ΜΑΝΕΣ ΤΗΣ ΓΗΣ

.
Είδα την Παναγιά στον αγρό



«Ωραίες γυναίκες μες στο ασήμωμα της μέρας
ωραίες γυναίκες μέσα στον κάματο
και τα όνειρα δεμένα στον κεφαλόδεσμό τους
με το ελαφρό το λίκνισμα σταχυού»
(«Έξοδος», Κ. Θ. Φωτεινός)
1
    Αγέρινη την είδα, λεύτερη, τη γυναίκα στη γης, να ορμιέται στον αγρό και να τον γέμει, να δίνει σχήμα και ζωή στον τόπο, και να τον κάμει καρπερό. Τι κι αν ο άντρας την οδηγούσε, αυτή ήταν η συνείδηση του τόπου, το σκήμα της ζωής, που πλάταινε την ορασιά κι άνοιγε το πεδίο της γης. Είχεν ευωδιά η παρουσία της −βασιλικού ή λεβάντας θαρρώ, που πάντως μύρο την ένοιωθες−, και μια λάμψη τού μέσα της, π’ έλεες πως «ηλιοφορεί, ιδεοφορεί, μαχαιοφορεί» (από το «Άξιον Εστί I», Οδυσσέας Ελύτης). Στέκουνταν περιούσια στη γης, με μορφή αγία, που τη δήλωνε η βυζαντινή παρουσία της, κι εκαρπούσε το σύμπαν ως ήξερε από τη φύση της. Δίπλα στον ζευγά στέκουνταν γαληνή, ως άγγελος, που τον συντρόφευε και του πρόσθετε ικανότη. 
   Είχεν μιαν άλλη σημασία ετούτη η σκηνή του αγρού, που την είδα ως όραμα, ως φαντασιά. Ήταν εικόνα του νου κι όχι του ματιού. Γι’ αυτό, κι όταν είδα τη γυναίκα κει, με βροντισμό να θώρει και να φωτά, την αισθάνθηκα με αγιότη και την είπα «Παναγιά»!
2
   Η πεποίθεσή μου για την αγιότη της γυναικός βεβαιώθηκε, σαν την είδα να τρέφει παιδί στον αγρό, που μοναχό τώχε κάτου από τη μεγάλη βαλανιδιά, μες σε κούνια πλεχτή από τις λυγαριές του ρέματος. Το βλέμμα της ήταν διερευνητικό, συνεχώς ανήσυχο, στραμμένο πότε στον αγρό και πότε στο παιδί. Αυτό, κάθε τόσο την καλούσε με κλάμα παραπονετικό αποζητώντας την προσοχή της. Κι η μάνα μοιράζουνταν ανάμεσα στην ευθύνη της εργασίας και της ανατροφής, και σκορπιόταν σε σκέψες και πράξες σχετικές της. Την έβλεπες παραδομένη στις υποχρεώσεις της, ωσά να ζούσε μόνο γι’ αυτές. Ξαφνικά παρατούσε τ’ όργωμα κι άφηνε απορημένο το σύντροφό της καταμεσίς του αγρού, με ανολοκλήρωτη την οργωσιά, για να πάγει στο τέκνο της και να του δώσει θροφή του στήθους. Εκείνο αχόρταγο, με δύναμη ρουφούσε το γάλα του στήθους και την πονούσε με την ορμή του. Αλλά η μάνα υπέμενε, δεν έσκαγε, όπως υπέμενε και τα βαρύτερα του βίου, που τ’ αντιμετώπιζε με καλοσύνη και τιμή. Γι’ αυτό και δεν την έβλεπες να παραραπονιέται· μόνε να δοξάζει…
3
4
5
   Για τη γυναίκα-μάνα, η ενέργεια της άμεσης αντίδρασης σε κάθε ευθύνη της ήταν φυσιολογική, μα για το σύντροφό της φαίνουνταν αφύσικη, ενέργεια υπερβολική, που τούφερνε απορία. Δε μιλούσε όμως, καθώς αισθανόταν πως αν την αντέκρουε θάβρισκε λέαινα να τον γροικά, και σε μια τέτοια δύναμη δεν έστεκε ν’ αντιπαρατεθεί. Έβρισκε αφορμή μ’ αυτό το γεγονός για να ξεκουρασθεί, να στρίψει τσιγάρο και να κάμει έναν πρώτο απολογισμό της μέρας. Δεν συνέχιζε τ’ όργωμα, παρά μόνε σαν ερχόταν η γυναίκα, για να τον συμπληρώσει στην ενέργειά του και νάχει σίγουρη οργωσιά. Όχι ότι δεν είχε την ικανότη της δουλειάς −αυτή την είχε και με το παραπάνω−, αλλά ήθελε να βαδίζει με της γυναικός το βήμα, αφού, όπως προείπαμε, αυτή ήταν η συνείδηση που έγεμε τη δημιουργία κι έδινε Ιδέα στην προσπάθεια. 
   Στο μυαλό του ταπεινού ζευγά, η γης ήταν μάνα, ήταν η κάρπισσα που πρόσφερε τ’ αγαθά της επιβίωσης. Την ένοιωθε αξία ανεκτίμητη και της είχε μεγάλο σεβασμό, τέτοιο που ιδεώθη μέσα του κι εγίνη θεοφόρα. Μα δεν ημπορούσε να εκφραστεί στην ιδέα του όπως θα έπρεπε, δεν είχε το φυσικό μπόρειο γι’ αυτό, μέχρις που εμφανίσθη η γυναίκα και τον συμπλήρωσε στην προσπάθειά του, αφού του έδωσε κείνο που της έλειπε: την αύρα της ζωής. Η γυναίκα, πώχει από τη φύση της έννοια πνευματική, έδωσε διανοητική στο έργο του αντρός αξία και τη δυνατότητα ν’ εξηγείται υπαρξιακά. 
6
   Το απόγιομα πριχού σκοτεινιάσει, η γυναίκα φορτώνονταν μιαν αρμαθιά ξύλα −τα λιανά, του προσανάμματος−, μαζί με το παιδί στην πλάτη, και κινούσε για το σπίτι στο χωριό. Εκεί μετατρέπουνταν σε νοικοκυρά. Έπρεπε ν’ ανάψει την παραστιά για να φτιάξει το φαγητό, να συγυρίσει το σπιτικό, να ταΐσει και να καθαρίσει το παιδί, να πλύνει, να μαντάρει τα σκισμένα −χίλιες δυο κοινές δουλειές να κάμει, πώπρεπε να στριμωχθούν και να ολοκληρωθούν πριν αποκάμει και πέσει εξαντλημένη στο κρεββάτι. Ο άντρας έμενε παραπίσω, για να τακτοποιήσει τα ζώα και να περιμαζέψει στον αγρό, και μετά να ψάξει για ξύλα χοντρά, που θα κρατούσαν ζεστό το φτωχόσπιτο όλο το βράδυ. Πολλές φορές, όταν έπρεπε, κοιμόταν στο καλύβι του αγρού, για να φυλάξει τη σπορά όταν με το πουρνό επιδράμουν τα γίδια από το βουνό και κάμουν το χωράφι βοσκότοπο −είχαν και τέτοιες έγνοιες οι φτωχοί μας ανθρώποι να τους κατατρέχουν, που όμως δεν τους έκαμπταν· κάθε άλλο άλλο μάλιστα, τους ορθούσαν και τους πλέρωναν με θάρρος. 
7
   Μια τέτοια χαρακτηριστική εικόνα της γυναικός του αγρού, μας δίνουν οι Κορσικανοί ελληνικής καταγωγής (Μανιάτες) Δήμο και Νικολό Στεφανόπολι το 1797, για τη Μανιάτισσα μάνα: «Τίποτα πιο συνηθισμένο από το να βλέπεις μια Μανιάτισσα να γυρίζει από το χωράφι με ένα δεμάτι ξύλα στη ράχη της και πάνω από το δεμάτι την κούνια του παιδιού της. Όλα είναι τόσο τακτοποιημένα που έχει τα χέρια αρκετά ελεύθερα για να κλώθει βαμβάκι σ’ όλο το δρόμο της» (Στεφανόπολι Δ. & Ν., ≪Ταξίδι στην Ελλάδα κατά τα χρόνια 1797 και 1798≫, μετάφραση: Α. Σπήλιος, επιμέλεια: Τάσος Βουρνάς, εκδ. Αφοι Τολίδη, Αθήνα 1974, σελ. 185).
8
9
   Και μάνα, κι αργάτισσα (αγρότισσα και ότι άλλο των πρακτικών του χωριού…), και νοικοκυρά ήταν η γυναίκα του αγρού… Όλα τα βαστούσε και τα ‘πόμενε ως ηρώϊσσα, γιατί…, μικρό κι αν ήταν το σώμα της, είχε γιγάντισσα ψυχή. Μ’ αυτήν ενεργούσε κι αποκτούσε ανάστημα. Είχε μπόϊ στο λίγο της σώμα. Την έβλεπες με δέος, διότι ένοιωθες ότι κάτω από τα μικρό σώμα με το αθώο πρόσωπο κρύβονταν γιγαντική ψυχή! Και φαίνουνταν να σε κερδούσε με δύναμη εσωτερική. Μια δύναμη που κάμει τους ανθρώπους που την έχουν να φωτίζονται, ωσά να τους περιβάλλει αγιοσύνη κι έχουν φωτοστέφανο. Είναι το λοιπόν, οι γυναίκες των αγρών, αγίες για το βίο τους, κοσμοδέσποινες της ζωής για την καλοσύνη τους.
   Κει στο φτωχικό αγρό, τον ποτισμένο με ίδρω και καρπισμένο με ανέσα, συντελείτο μια θεογονία: η ευημερική θεογονία της επαφής του ανθρώπου με τη γης. Δεν θα τη δεις στα πλούτη της παραγωγής, μα θα τη νοιώσεις στον πλούτο των συναισθημάτων. Θα την καταλάβεις στη δέηση του φυτευτή και στην ευγενικιά φυσιογνωμία του. Θα τη δεις στη μορφή ανθρώπων με την όψη τη βυζαντινή, που πονούν μα πνοούν. Κι αν θέλεις, βλέποντας πιο κείθε στο μέσα σου, μπορείς να φανταστείς στον αγρό έναν Ιωσήφ και μια Παναγιά που όλα όλα τα κινεί, κι έναν Χριστό στη βαλανιδιά αποκάτου, νάν’ η ελπίδα που σταυρώνεται καθημερνώς και πεθαίνει, μα πάντα μέσα μας ζει… 
10
11

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παλιά παιδικά παιχνίδια

Ονειροκρίτης

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ