ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΑΝ
ΤΟΣΟΙ ΣΛΑΒΟΙ;


Εκβυζαντινίστηκαν, δεν εξελληνίστηκαν
οι λαοί, που εποίκισαν τον ελλαδικό χώρο το μεσαίωνα



Επιστροφή

Από τον στ΄αιώνα κι ύστερα, κατέβηκαν κι εγκαταστάθηκαν πολλοί σλάβοι στον ελλαδικό χώρο. Από την Πελοπόννησο, πέρασαν στα νησιά τού Αιγαίου κι έφτασαν ως την Κρήτη αλλάζοντας την εθνογραφική σύνθεση τού πληθυσμού. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μνημονεύοντας το γεγονός λέει, πως «εσλαυώθη πάσα η χώρα.» Αιώνες αργότερα στο χώρο εγκαταστάθηκαν κι άλλοι επήλυδες, κυρίως αρβανίτες, βλάχοι κ.ά..

Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Ενώ ακόμα κι ως σήμερα, οι βλάχοι κυρίως κι οι αρβανίτες σε πολλές περιοχές ξεχωρίζουν από τον άλλο πληθυσμό από τα ήθη και έθιμα κι ιδιαίτερα από τη γλώσσα τους, οι σλάβοι εξαφανίστηκαν; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι δύσκολη. Θα υπενθυμίσω πρώτα, πως σ΄ όλη την Ελλάδα υπάρχουν χιλιάδες σλάβικα τοπωνύμια. Στη νεοελληνική γλώσσα υπάρχουν επίσης σλάβικες λέξεις. Θα εξετάσουμε λοιπόν το ζήτημα χωρίς εθνικιστικές παρωπίδες. Η μισαλλοδοξία κι ο σωβινισμός δεν έχουν θέση στην ιστορική έρευνα.
 
Εισβολές, πόλεμοι, επιδημίες, πειρατεία, διώξεις
Όταν λέμε «το ελληνικό έθνος δια μέσου των αιώνων» είναι λάθος. Η έννοια τού «ελληνικού έθνους» δεν υπήρχε πριν τον ιη΄αιώνα. Ο μύθος τής δήθεν φυλετικής συγγένειας με τους αρχαίους έλληνες των διαφόρων λαών (σλάβων, αλβανών, βλάχων, βορειοαφρικανών, αρμενίων, τούρκων κ.ά), που επί μιάμιση χιλιετία είχαν επανειλημμένα εποικίσει τον ελλαδικό χώρο, άρχισε να πλάθεται μόλις στις αρχές τού ιθ΄αιώνα, ενώ από την τρίτη δεκαετία του και μετά, αποτέλεσε την αιχμή τού δόρατος των εθνοποιητικών μηχανισμών τού νεοσυσταθέντος χριστιανικού κρατιδίου διδασκόμενος ως ιστορική δήθεν αλήθεια στα σχολεία.     

Ήταν πολλές οι καταστροφές στον ελλαδικό χώρο όλους αυτούς τούς αιώνες. Εκτός από τις εισβολές, τούς πολέμους και τις βυζαντινές διώξεις, αντιμετώπιζαν τεράστια προβλήματα επιβίωσης από την πειρατεία (ολόκληρα νησία και παράλιες -και όχι μόνον- περιοχές είχαν μείνει για αιώνες έρημες), αλλά κυρίως από τις επιδημίες, ειδικά τής πανώλης, που είχε επανειλημμένα αποδεκατίσει τούς πληθυσμούς.

Δεν υπάρχουν φυλετικά καθαροί λαοί
Κανένας λαός δεν είναι καθαρόαιμος. Από το μεσαίωνα κι έπειτα, με τις μεταναστεύσεις των λαών στην Ευρώπη και Μεσόγειο, έγιναν πολλές εθνογραφικές αλλαγές. Όμως και στα αρχαία χρόνια είχε γίνει το ίδιο. Οι έλληνες, από τα χρόνια τού Μ. Αλεξάνδρου κι ύστερα, κατά χιλιάδες μετανάστευσαν στην Ανατολή και ανακατώθηκαν με τούς ντόπιους. Και πριν ακόμα, στα χρόνια τής περσικής αυτοκρατορίας, είχαν γίνει σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών στην Ανατολή και ανακάτεμα λαών. Κι ακόμα, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πως στην αρχαία Ελλάδα έγιναν χιλιάδες απελευθερώσεις δούλων, πού προέρχονταν από την Ανατολή και Μεσόγειο, που ήταν «βάρβαροι», καθώς και πολλές επιγαμίες με ξένους. Συνακόλουθα, από τον ε΄αιώνα κι ύστερα, ο πληθυσμός τής αρχαίας Ελλάδας δεν ήταν καθαρόαιμος. Στην ελληνιστική εποχή και στη ρωμαϊκή, στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν πολλοί ξένοι (ρωμαίοι, ανατολίτες κ.ά.. Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Το DNA των ελληναράδων).

Το ότι στον ελλαδικό χώρο επικράτησε η ελληνική γλώσσα -η κοινή, όχι η αρχαία- αυτό οφειλόταν στο ότι ήταν η γλώσσα των εμποροβιοτεχνικών και πολιτιστικών κέντρων, όχι μόνο τής Ελλάδας, αλλά και τής Ανατολής. Οι ρωμαίοι δεν μπόρεσαν να επιβάλουν τη γλώσσα τους στην Ανατολή και η άρχουσα τάξη τού Βυζαντίου αναγκάστηκε να καθιερώσει σαν επίσημη γλώσσα την ελληνική, ενώ πριν ήταν η λατινική. Δεν είναι λοιπόν η γλώσσα το αποφασιστικό γνώρισμα τής φυλετικής καταγωγής ενός λαού, αλλά άλλοι παράγοντες.

Δεν εξελληνίστηκαν, εκβυζαντινίστηκαν

Θεωρητικοί τής Ρωμιοσύνης προπαγανδίζουν, ότι όλοι αυτοί οι λαοί, που ήρθαν στον ελλαδικό χώρο το Μεσαίωνα, εξελληνίστηκαν. Πρόκειται περί ιστορικού ψεύδους. Οι λαοί αυτοί, αργά ή γρήγορα εκβυζαντινίστηκαν ή σωστότερα, εκρωμαΐστηκαν, δηλαδή πήραν τη θρησκεία (χριστιανισμό) άν δεν ήταν ήδη χριστιανοί και -παράλληλα με τη μητρική τους- την επίσημη γλώσσα τής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (που από τον ζ΄ αιώνα κι ύστερα ήταν η ελληνική). Δεν εξελληνίστηκαν, καθ΄ ότι δεν υπήρχαν στοιχεία τού ελληνικού πολιτισμού (παιδεία, αθλητισμός κ.λπ.) στο Βυζάντιο. Ακόμα κι ως λέξη, ο έλληνας ήταν υπό διωγμό όλο τον βυζαντινό μεσαίωνα.

Το ότι ήταν υποχρεωμένοι να μάθουν τα ελληνικά, δεν σημαίνει, ότι είχαν καμμία άμεση φυλετική σχέση με τούς αρχαίους έλληνες, όπως κι αν πάει τώρα κάποιος στην Αμερική, θα μάθει τα αγγλικά χωρίς να είναι απαραίτητα αγγλικής καταγωγής ούτε αυτός ούτε κι οι άλλοι, που ήδη βρίσκονται εκεί και μιλάνε αγγλικά.
Ο Κων/νος Παπαρρηγόπουλος αναφερόμενος στην επανάσταση των σλάβων στην Πελοπόννησο («Ιστορία τού ελληνικού έθνους», τ. Γ΄, σελ. 170-172) επισημαίνει, ότι το όνομα έλληνας ούτε καν υπήρχε, τουλάχιστον έως και τον ι΄αιώνα.
 
Αν διαβάσετε σημειώσεις των περιηγητών στον ελλαδικό χώρο το μεσαίωνα μέχρι και τον ιθ΄αιώνα, θα δείτε σε πολλές περιπτώσεις να αναφέρουν, ότι πέρασαν από ολόκληρες περιοχές χωρίς να ακούσουν καν ελληνικά. Αλλά κι ελληνικά να άκουγαν, δεν σημαίνει -για τούς λόγους, που προαναφέρθηκαν- ότι αυτοί που τα μιλούσαν ήταν απόγονοι αρχαίων ελλήνων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τής πολυγλωσσίας στον ελλαδικό χώρο τον ιθ΄αιώνα αποτελεί η πολύ πετυχημένη λαϊκή κωμωδία τού Δ. Βυζάντιου, «Βαβυλωνία». Σε μία σκηνή της, ένας αρβανίτης, που δεν καταλαβαίνει ένα κρητικό, νομίζοντας πως ο τελευταίος τον έχει προσβάλλει, τον τραυματίζει με μια πιστολιά. Φτάνει η αστυνομία, γίνονται ανακρίσεις από επτανήσιο αστυνόμο, ο οποίος παρά την ανακριτική του πείρα, δεν τα καταφέρνει να εξακριβώσει αν ο τραυματισμός τού κρητικού είναι κάζο πενσάτο (εκ προμελέτης) ή ατσιντέντε (τυχαίο), επειδή ούτε αυτός καταλαβαίνει τους μάρτυρες ούτε οι μάρτυρες αυτόν.

Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα τού αμερικάνου εθελοντή Bolse στην εφημερίδα τής Φιλαδέλφειας «Democratic Press» (φύλλο 13.12.1826), για το Ναύπλιο τού 1826: «Τα καφενεία τής πόλης κατάμεστα από στρατιώτες, που παίζουν μπιλιάρδο ή κουβεντιάζουν. Ούτε στην αρχαία Βαβυλώνα δεν ακούγονταν τόσες γλώσσες όσες στο σημερινό Ναύπλιο.» (Κ. Σιμόπουλου: Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα τού ΄21, έκδ. «Στάχυ», 1999).
Παρ΄ όλα αυτά και παρ΄ όλη την επιχείρηση τού νεοελληνικού έθνους-κράτους να επιβάλει την ελληνική με χιλιάδες εξελληνισμούς ονομάτων, τοπωνυμιών, με τη διδασκαλία της στα σχολεία, αλλά και δια τής βίας πολλές φορές (διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Είμαι βλάχος, δεν είμαι έλληνας!), ακόμα και στις μέρες μας χιλιάδες τοπωνύμια και μή ελληνικές λέξεις (σλάβικες, αλβανικές, τούρκικες κ.λπ.) επιβιώνουν στη γλώσσα μας, ενώ πολλοί άνθρωποι ακόμα και σήμερα σε ολόκληρα χωριά σε ορισμένες περιπτώσεις, μιλούν τη μητρική τους γλώσσα (βλάχικα, αρβανίτικα=αλβανικά κ.ά.).
Οι σημερινοί ελληνόφωνοι χριστιανοί κάτοικοι τού ελλαδικού χώρου δεν είναι φυλετικοί απόγονοι ή πνευματικοί κληρονόμοι των αρχαίων ελλήνων, των αθηναίων, τής δημοκρατίας, των φιλοσόφων κ.λπ.. Είναι επήλυδες, βαλκάνιοι και όχι μόνον, ορθόδοξοι, με έντονη ανάμειξη τής οθωμανικής κουλτούρας. Έμαθαν να επιβιώνουν σε  αυτοκρατορίες δεσποτικές (βυζάντιο, τουρκοκρατία) αναπτύσσοντας την υποκρισία, την κουτοπονηριά και πολλά άλλα ελαττώματα, με σκέψη εντελώς διαφορετική από αυτή τού δυτικού κόσμου.

Ο εκβυζαντινισμός των σλάβων
Η βυζαντινή κυβέρνηση πολλές φορές επέβαλε αναγκαστικές μετατοπίσεις πληθυσμών από το ένα μέρος στα άλλο. Όταν μάλιστα εμφανίστηκαν οι βούλγαροι και απειλούσαν το Βυζάντιο με τις επιδρομές τους, επειδή οι σλαβικοί πληθυσμοί υποστήριζαν τούς βουλγάρους, έγιναν τέτοιες ομαδικές μετατοπίσεις. Στις περιοχές δηλαδή, που πλειοψηφούσαν οι σλάβοι, πολλοί απ' αυτούς μετατοπίστηκαν σε άλλες. Στά χρόνια μάλιστα, που σημειώθηκαν μεγάλες εξεγέρσεις των σλάβων, οι τέτοιες μετατοπίσεις άλλαξαν τη σύνθεση τού σλαβικού πληθυσμού.

Όταν πάλι αργότερα, η βυζαντινή κυβέρνηση εγκατάστησε αρβανίτες σε πολλές αραιοκατοικημένες περιοχές τής Ελλάδας (Κόρινθο, Αττική κ.λπ. - διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Από τον Σπάτα και τον Τατόη, στο Χαλάνδρι και τη Λούτσα...), οι σλάβοι ή διώχτηκαν από τις περιοχές αυτές ή αφομοιώθηκαν με τούς νέους εποίκους ανταλλάσσοντας μαζί τους πολιτιστικά στοιχεία (φορεσιές, τραγούδια κ.λπ.). Τα ίδιο έγινε κι όταν εγκαταστάθηκαν σε πολλές περιοχές (Θεσσαλία, Στερεά και Πελοπόννησο) οι βλάχοι (βλ. Περί τής μή ελληνικής καταγωγής των βλάχων).

Στα χρόνια τής ανοδικής ανάπτυξης τού Βυζαντίου (από τα χρόνια τής μακεδονικής δυναστείας κι ύστερα), πολλοί σλάβοι, πού κατοικούσαν κοντά σε εμποροβιοτεχνικά κέντρα, διαφοροποιήθηκαν. Διαλύθηκαν δηλαδή οι κοινότητές τους (ζάντρουγκες) και προκειμένου να μπορούν να ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους και να συναλλάσσονται με τα αστικά κέντρα, έμαθαν τα ελληνικά. Μέσα στα διάβα δεκατριών αιώνων έγιναν πολλές αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση των σλάβων και η φυλετική τους σύνθεση έχασε την αρχική της υπόσταση καί μορφή.

Οι πρώτοι, που έμαθαν τα ελληνικά ήταν οι προύχοντες σλάβοι. Ο αρχηγός των σλάβων, πού ήταν εγκαταστημένοι γύρω στη Θεσσαλονίκη, τον ζ΄ αιώνα, «ελάλει την ελληνική» (βλ. αββά Τοugard: «De l΄histoire profane dans les actes des Bollandistes», Παρίσι, 1874, κεφ. 67). Δεν θέλει ερώτημα, πως αργότερα η εκμάθηση των ελληνικών γενικεύτηκε. Εξ άλλου, από τα «Τακτικά» τού Λέοντα τού Σοφού μαθαίνουμε, πως ο Βασίλειος Α΄ (9ος αιώνας) «εγραίκωσε τα σλαβικά έθνη», δηλαδή ανάγκασε με τη βία τούς σλάβους να μάθουν την ελληνική γλώσσα (Migne P.G., τ. 107, 969).

Εξ άλλου, στο αναμεταξύ οι σλάβοι προσχώρησαν στο χριστιανισμό και τα μοναστήρια τράβηξαν πολλούς σλάβους σ΄ αυτά, ενώ με την προπαγάνδα των καλόγερων, η κοινή ελληνική διαδόθηκε και στα σλαβικά χωριά.

Πολλοί σλάβοι επίσης, υπηρετούσαν στο βυζαντινό στρατό, όπου έμαθαν την κοινή ελληνική. Όπως γίνεται και σήμερα, που ο στρατός, τα Μ.Μ.Ε. και τα σχολεία έχουν επιβάλει την ομιλούμενη δημοτική γλώσσα και στα απόκεντρα χωριά, στα νησιά και στην Κρήτη, όπου ως τις αρχές τού περασμένου αιώνα οι ντοπιολαλιές κι οι ξένες λέξεις κάνανε δύσκολη τη συνεννόηση με τούς πρωτευουσιάνους και τούς κατοίκους των μεγάλων πόλεων. Έτσι και στα βυζαντινά χρόνια, από τούς παραπάνω κυριότερους λόγους, οι σλάβοι ξέχασαν τη γλώσσα τους κι αφομοιώθηκαν γλωσσικά με τούς ελληνόφωνους πληθυσμούς, αφού στο αναμεταξύ έγιναν υπήκοοι τού Βυζαντίου.
 


Η χώρα «εσλαυώθη» γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος κι η ελληνική χερσόνησος έμεινε γνωστή ως Σκλαβουνία: «Ύστερα από τις Συρακούσες διασχίσαμε την Αδριατική και φτάσαμε στη Μονεμβασία, στη γη τής Σκλαβουνίας)» σημειώνει το 741 ο άγγλος Willibald στο χρονικό τού θαλασσινού ταξιδιού του στην Ελλάδα. (“Ad urbem Manifaciam in sclavinica terra”).


Στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη, πολλοί σλάβοι κατόρθωσαν να πάρουν αξιώματα. Άλλοι επίσης, ως βιοτέχνες και έμποροι, είχαν πιάσει οικονομικά πόστα. Οι σλάβοι αυτοί, με το να μάθουν την κοινή ελληνική και να έχουν κοινωνική θέση, ήρθαν σε επιγαμίες με γραικούς. Κι έτσι απ΄τους γάμους αυτούς, πού ήταν φαίνεται πολλοί, τα παιδιά που γεννήθηκαν ήταν μιγάδες. Με τον καιρό όμως,  εξ αιτίας, που οι απόγονοι των μικτών αυτών γάμων μιλούσαν μόνο την κοινή ελληνική, θεωρούνταν γραικοί-ρωμιοί.


Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν, οι σλάβοι εκβυζαντινίστηκαν κι έτσι μόνα τα σλαβικά τοπωνύμια μαρτυρούν εμφανώς την εγκατάστασή τους στον ελλαδικό χώρο. Αντίθετα, οι αρβανίτες και οι βλάχοι, πού κατέβηκαν τουλάχιστον πεντακόσια χρόνια αργότερα στο χώρο και ζούσαν σε βουνήσιες και απομονωμένες αγροτικές περιοχές ή και σε περιοχές, πού δεν υπήρχαν ελληνόφωνοι πληθυσμοί (χωριά τής Αττικής, Κορίνθου, Ευβοίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου κ.λπ.), κράτησαν όχι μόνο τη γλώσσα τους ως τις μέρες μας, αλλά και την πατριαρχική τους οργάνωση έως πρόσφατα.
Ο Longon τοποθετεί τη σλαβική εγκατάσταση στο πλαίσιο τού Χρονικού τής Μονεμβασίας. Ορδές σλάβων πέρασαν το Δούναβη κι άρχισαν τη διείσδυσή τους στη Βαλκανική. Πότε ακριβώς και σε ποιά έκταση εγκαταστάθηκαν οι σλάβοι στην Πελοπόννησο; Οι ιστορικοί πιστεύουν, ότι η διείσδυση άρχισε το 584. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το Χρονικό τής Μονεμβασίας, όπου αναφέρεται, ότι η κυριαρχία των σλάβων στο Μωριά κράτησε 218 χρόνια, από τον έκτο χρόνο τής βασιλείας τού αυτοκράτορα Μαυρικίου (587) ως τον τέταρτο τής βασιλείας τού Νικηφόρου Α΄ (805). (J. Longon: Κριτική παρουσίαση τού έργου τού Antoine Bon: Le Peloponnese byzantin jusqu΄au 1204 - Journal des savants, Avril-Juin, 1952, σελ. 72).

Η χρήση τής κοινής ελληνικής γλώσσας
δεν αποτελεί απόδειξη φυλετικής συνέχειας
Από τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις τού Ηράκλειου (ζ΄αι.) ξεχωριστή σημασία έχει η αναγνώριση τής ελληνικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας τού ρωμαϊκού κράτους αντικαθιστώντας στα επίσημα έγγραφα τις επιγραφές και τα νομίσματα το «Imperator Caesar Augustus» με το «Βασιλεύς». Από εδώ και μπρος όλα τα κρατικά έγγραφα γράφονται στην ελληνική και μάλιστα στην κοινή κι όχι στην αττική ή αττικίζουσα.

Στα χρόνια αυτά, το βυζαντινό κράτος στηριζόταν κυρίως στη Μικρά Ασία. Οι άλλες του επαρχίες (Αίγυπτος, Συρία, Μεσοποταμία) είχαν χαθεί. Η Ιταλία αποχωριζόταν όλο και πιο πολύ από το Βυζάντιο, ενώ η Βαλκανική είχε πλημμυρίσει από σλάβους. Γι΄ αυτό η λατινική, που ήταν έως τότε η γλώσσα των δικαστηρίων, τού στρατού, τής νομοθεσίας και τής κρατικής μηχανής γενικά, ήταν μια νεκρή γλώσσα. Η Μικρά Ασία, το σπουδαιότερο τμήμα τού Βυζαντίου ήταν ελληνόφωνη.

Εξ άλλου, ήταν καιρός πια, το Βυζάντιο να αποκτήσει μια γλώσσα, που να μιλιέται παντού, γιατί έτσι αποκτούσε, παράλληλα με το δόγμα τής Ορθοδοξίας κι ένα ακόμα νέο συνδετικό κρίκο, την κοινή ελληνική. Από εδώ και πέρα, οι βυζαντινές κυβερνήσεις, για να πετύχουν την πολιτική ενότητα τής αυτοκρατορίας, χρησιμοποιούν από τη μια μεριά τη στρατιωτική δύναμη εμποδίζοντας κάθε εκδήλωση φυλετικών αντιθέσεων, κι από την άλλη, καθιερώνοντας την ελληνική ως επίσημη γλώσσα, αναγκάζουν τις διάφορες φυλές να μάθουν ελληνικά και να ενσωματώνονται έτσι ευκολότερα στο Βυζάντιο.  
    
 

Με κύριο μέσο την ελληνική γλώσσα, η οποία άρχισε να διδάσκεται στα σχολεία με τη δημιουργία τού νέου κράτους μετά το ΄21, ενώθηκαν οι πολλοί και διαφορετικοί λαοί, που ζούσαν στο χώρο. Η γλώσσα έπαιξε τον πιό καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία εθνικής ταυτότητας. Έτσι απόκτησαν ελληνική εθνική συνείδηση οι αρβανίτες, οι βλάχοι κ.λπ. επήλυδες στον ελλαδικό χώρο.


Η ανάπτυξη δια τής παιδείας τής εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης, η πλύση εγκεφάλου δηλαδή, ότι είμαστε έλληνες και χριστιανοί προβλέπεται και προστατεύεται σήμερα από το Σύνταγμα. Οι εγκέφαλοι των νέων παιδιών βιάζονται από την επίσημη εθνικοθρησκευτική προπαγάνδα από μικρή ηλικία κι έτσι σήμερα οι υπήκοοι τού νεοελληνικού κράτους έχουν ελληνική εθνική συνείδηση, την ψευδαίσθηση δηλαδή, ότι είναι δήθεν απόγονοι των αρχαίων ελλήνων, είναι δε στην πλειοψηφία τους χριστιανοί ορθόδοξοι. Δεν υπάρχει περίπτωση δηλαδή κάποιος να είναι άθεος π.χ. με εθνική συνείδηση αρβανιτόβλαχου. Θα τον κάνουν με το ζόρι χριστιανό και έλληνα. (Διαβάστε στην «Ελεύθερη Έρευνα»: Τα έθνη επινοούνται και κατασκευάζονται, Ο μύθος τής διατήρησης των «εθνικών» χαρακτηριστικών τού ελληνικού έθνους και Με το ζόρι έλληνες!

           

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παλιά παιδικά παιχνίδια

Ονειροκρίτης

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ